6 Χαρακτηριστικά του Συναισθηματικά Δυνατού Ανθρώπου

strong butterfly«Κουράγιο. Καλή δύναμη,» άκουγα συνέχεια όσο ο πατέρας μου έδινε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή αλλά και μετά στην κηδεία του. Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτό; Πώς συμπεριφέρεται ένας δυνατός άνθρωπος;

Ακόμα κι αν δεν είμαστε σίγουροι για το πώς τα καταφέρνει να είναι κάποιος δυνατός άνθρωπος, σίγουρα έχουμε μία εικόνα για το πώς μοιάζει. Είναι όμως η σωστή; Όλοι έχουμε συναντήσει στην καθημερινότητά μας ανθρώπους που το ‘παίζουν’ σκληροί. Είναι εκείνοι που δεν εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους, θέλουν να ελέγχουν ανθρώπους και καταστάσεις καταλήγοντας να έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους ανθρώπους γύρω τους.  Κι όμως, αυτή η συμπεριφορά, που φυσικά τούς κάνει ανεπιθύμητους, δεν είναι ένδειξη ενός πραγματικά δυνατού ανθρώπου.

Επομένως υπάρχει διαφορά μεταξύ του να δείχνεις και να είσαι πραγματικά δυνατός χαρακτήρας.  Στην πρώτη περίπτωση φαίνεσαι δυνατός στους άλλους, ενώ στη δεύτερη περίπτωση είσαι πράγματι δυνατός. Δυνατός για σένα. Γιατί το απαιτούν οι περιστάσεις της ζωής. Να σταθείς στα πόδια σου, να βιώσεις μέχρι το μεδούλι αυτό που σε κάνει να νιώθεις τόσο αδύναμος και στο τέλος της οδυνηρής εμπειρίας να βγεις πιο δυναμωμένος. Και μόνο τότε θα έχεις την ευκαιρία να διεκδικήσεις και την ευτυχία.

Για να δούμε όμως ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός συναισθηματικά δυνατού ανθρώπου:

  1. Πιστεύει πως η αποτυχία δεν είναι το ‘τέλος του κόσμου’, αλλά μία στάση στην πορεία προς την επιτυχία.

Ο πραγματικά δυνατός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την αποτυχία ως αναπόφευκτο μέρος της μακράς διαδρομής προς την επίτευξη του στόχου. Με το να αντιμετωπίζει την αποτυχία ως ένα προσωρινό εμπόδιο και κυρίως ως ευκαιρία για μάθηση, καταφέρνει να επανέλθει γρήγορα και να προχωρήσει μπροστά με ευκολία.

Αντίθετα, ο φαινομενικά δυνατός διαλαλεί σε κάθε τόνο πως η λέξη «αποτυχία» δεν είναι μέρος του λεξιλογίου του.  Με αποτέλεσμα όταν τελικά την βιώσει να καταρρακώνεται το ηθικό του, καθώς η αποτυχία καταφέρει πλήγμα στον ήδη εύθραυστο ψυχισμό του.

  1. Έχει επίγνωση των αδυναμιών του και προσπαθεί να τις βελτιώσει.

Αρχικά εντοπίζει και αναγνωρίζει τις ελλείψεις του. Αφού αποδεχτεί τις ατέλειές  του, επιλέγει να επενδύσει χρόνο και ενέργεια στο να τις δουλέψει  με σκοπό  την ψυχική ενδυνάμωσή του.  Οι  αδυναμίες  δεν αντιμετωπίζονται ως μειονεκτήματα αλλά ως εν δυνάμει πλεονεκτήματα. Αν για παράδειγμα είμαι αναβλητική, μπορώ με πολλή προσπάθεια να γίνω οργανωτική.

Επομένως, η πραγματική δύναμη έγκειται στο να αναγνωρίζεις τις ελλείψεις σου αλλά κυρίως να έχεις επίγνωση της σκληρής δουλειάς που χρειάζεται για να τις ξεπεράσεις.  Και όχι στο κατά πόσο αποτελεσματικά τις κουκουλώνεις για να μην γίνονται αντιληπτές από τους άλλους.

3.  Γνωρίζει ότι η δύναμη δεν είναι συνώνυμη της εξουσίας.

Ο φαινομενικά δυνατός άνθρωπος πιστεύει ότι η δύναμή του πηγάζει από την εξουσία που ασκεί στους γύρω του και για αυτό μοιράζει εντολές δεξιά-αριστερά και προσπαθεί να ελέγξει καταστάσεις έξω από αυτόν.

Όμως, η δύναμη βρίσκεται μέσα σου όταν καταφέρνεις να διατηρείς την αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά, όταν δηλαδή επιβάλλεσαι στον φοβισμένο εαυτό σου να δει το «ποτήρι μισογεμάτο».

  1. Έχει οξεία αντίληψη των συναισθημάτων του.

Καταλαβαίνει πώς τα συναισθήματα επηρεάζουν τις σκέψεις και την συμπεριφορά του. Έχει δηλαδή αναπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη καθώς παρατηρεί διαρκώς τον εαυτό του κι έτσι είναι σε θέση να ελέγχει τα συναισθήματά του αντί να τον ελέγχουν εκείνα.

Κι ενώ ένας πραγματικά δυνατός ελέγχει τα συναισθήματά του, ο φαινομενικά δυνατός τα καταπιέζει. Ως έλεγχο αντιλαμβάνεται όχι την παρατήρηση, κατανόηση και έκφραση των συναισθημάτων αλλά την πλήρη αποφυγή τους. Εξάλλου όλοι έχουμε ακούσει  πως «οι δυνατοί δεν κλαίνε» εμποδίζοντας στην λύπη να εκδηλωθεί.

Επειδή όμως τα συναισθήματα έχουν την δική τους υπόσταση και το να μην τα βλέπεις δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν, θα βρουν έναν τρόπο να βγουν στην επιφάνεια κάνοντας την καθημερινότητά σου πιο δύσκολη. Συνήθως εμφανίζονται με το ανεπιθύμητο πρόσωπο του θυμού.

  1. Αντιλαμβάνεται πως το «είμαι δυνατός» δεν είναι το ίδιο με το «αντέχω στον πόνο».

Ο φαινομενικά δυνατός συνήθως περηφανεύεται για την ανθεκτικότητά του στον ψυχικό πόνο. «Έχω περάσει τόσα κι ακόμα στέκομαι», μπορεί να έχεις ακούσει να λένε. Κι όμως, η πραγματική  δύναμη δεν έγκειται στο να υπομένεις στωικά τον πόνο, αλλά στο να γνωρίζεις τα όριά σου στον πόνο. Όπως όταν γυμνάζεις το σώμα σου και ένας έντονος μυϊκός πόνος θα σε κάνει να σταματήσεις την άσκηση, το ίδιο συμβαίνει και με τον ψυχικό πόνο.

Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να παραμείνεις όρθιος ενώ νιώθεις να λυγίζεις από το βάρος του δυσβάστακτου φορτίου πόνου. Δύναμη είναι το να πέσεις και μετά να σηκωθείς. Σε αυτή του την προσπάθεια, ο δυνατός δεν διστάζει να στραφεί σε άλλους ανθρώπους (φίλους, σύντροφο ή ψυχολόγο) που θα τον βοηθήσουν να νιώσει καλύτερα.

Γιατί ο πραγματικά δυνατός άνθρωπος βιώνει τον πόνο όχι απορροφώντας τα χτυπήματα ως ένας άλλος σάκος του μποξ, αλλά ως μία ευκαιρία να εξελιχθεί, να βελτιωθεί. Το να αντιμετωπίζει την όποια επώδυνη εμπειρία (απώλεια αγαπημένου προσώπου, περιπέτεια υγείας, χωρισμός, απόλυση, κτλ.) ως  μία διδακτική εμπειρία δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά γνωρίζει ότι μόνο έτσι το επόμενο χτύπημα θα τον βρει πιο δυνατό.

  1. Έχει αυτοπεποίθηση.

Ένας άνθρωπος που επιδεικνύει όλα τα παραπάνω γνωρίσματα λογικό είναι να πιστεύει στον εαυτό του, να πιστεύει δηλαδή πως θα καταφέρει να ανταπεξέλθει στις όποιες αντιξοότητες συναντήσει στην διάρκεια της ζωής του. Όμως, προσοχή:  η πραγματική αυτοπεποίθηση είναι σιωπηλή. Δεν κραυγάζει.

Το να έχει κάποιος ύφος «ξέρεις ποιος είμαι εγώ και τι έχω περάσει; μπορώ να καταφέρω τα πάντα» είναι επίπλαστη αυτοπεποίθηση. Ο ανασφαλής άνθρωπος προβάλλει αυτή την φτιαχτή εικόνα του δυναμικού ανθρώπου με την ελπίδα ότι θα πείσει  τους άλλους ότι είναι πράγματι δυνατός και μέσω της αντίδρασης των άλλων θα  καταφέρει να πείσει και τον ίδιο του τον εαυτό. Το ‘παίζει σκληρός’  γιατί  η αυτοεκτίμησή του συνδέεται με το πώς τον βλέπουν οι άλλοι.

Ενώ, εκείνος που πραγματικά έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις ικανότητές του δεν χρειάζεται να το αποδείξει στους άλλους προκειμένου να το πιστέψει ο ίδιος. Το αποπνέει.  Και προσπαθεί καθημερινά να ενισχύει την αυτοπεποίθησή του εξαιτίας της εσωτερικής του ανάγκης να βελτιωθεί.

Η αυτοεκτίμησή του συνδέεται με τους στόχους, την προσπάθεια επίτευξής τους, την κατανόηση συναισθημάτων και γενικότερα την προσπάθεια εξέλιξής του. Επιλέγει να επενδύσει ενέργεια και χρόνο στο πώς θα ενισχυθεί ψυχικά, πώς θα γίνει καλύτερος σε όλους τους τομείς της ζωής. Ανταγωνίζεται μόνο τον εαυτό του, τού αναγνωρίζει τις επιτυχίες αλλά δεν τον τιμωρεί για τις αποτυχίες – μαθαίνει από αυτές.  Και βάζει πάλι μπροστά για την επόμενη κατάκτηση που θα ενισχύσει περαιτέρω την αυτοπεποίθηση.

Επομένως, ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, συναισθηματική νοημοσύνη, ρεαλιστικές προσδοκίες από τον εαυτό του –δηλαδή με αυτογνωσία-, αισιόδοξη στάση στη ζωή, ένα υποστηρικτικό δίκτυο φίλων και γνωστών και διάθεση για μετατροπή κάθε εμπειρίας σε μάθημα ζωής, είναι ένας δυνατός άνθρωπος.

Μπορεί και να φαίνεται με την πρώτη ματιά πως είναι δυνατός, μπορεί και να χρειάζεται περισσότερο χρόνο να το παρατηρήσουμε. Δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο ίδιος έχει αναπτύξει την νοοτροπία του μαχητή και αυτό κάνει καλύτερη και ομορφότερη την ζωή του.

Κι ο άλλος; Ο ανασφαλής που έχει συνηθίσει να οχυρώνεται πίσω από το προσωπείο μαχητή για να κρύψει τις ανασφάλειές του;  Δεν έχει ελπίδα στην ευτυχία; Τα καλά νέα είναι ότι μπορεί να μετατρέψει το ισχυρό περίβλημα σε κάτι ουσιαστικό, σε μία ισχυρή νοοτροπία.  Και τότε θα έχει εναρμονίσει το ‘είναι’ με το ‘φαίνεσθαι’.

be strong

Advertisements

Τα παιδιά και η απώλεια

pegasus_LARGE_t_1581_106584647Yπάρχει μία σκηνή στην ταινία «Οι Ώρες» (The Hours) όπου η Βιρτζίνια Γουλφ (Νικόλ Κίντμαν) και η ανιψιά της βρίσκονται μπροστά σε ένα νεκρό σπουργιτάκι που κείτεται στο χώμα και συνομιλούν για τον θάνατο. Η ανιψιά έχει φτιάξει με τα κλαδιά μία φωλιά και στο κέντρο της έχει εναποθέσει το άψυχο σπουργιτάκι, ενώ η Βιρτζίνια έφερε κίτρινα τριαντάφυλλα για την «κηδεία» του. Την ρωτάει η ανιψιά «Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε;».

Ξαφνιασμένη η Βιρτζίνια, επαναλαμβάνει σαν ηχώ την ερώτηση, σκέφτεται για λίγο και τής απαντά: «Ξαναγυρνάμε εκεί από όπου ήρθαμε». Η ανιψιά της, με πολύ φυσικό τρόπο τής λέει «Δεν θυμάμαι από πού ήρθα». Στη συνέχεια παρατηρεί πόσο μικρό δείχνει το σπουργιτάκι για να πάρει την απάντηση της θείας της «Έτσι δείχνεις όταν πεθαίνεις. Δείχνεις πιο μικρός» και η μικρή προσθέτει «δείχνει τόσο ήρεμο». Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή της μικρής με τον θάνατο.

Πώς βιώνουν τα παιδιά την απώλεια; Τι μπορούμε να τους πούμε για τον θάνατο; Αν συνθλίβει εμάς που είμαστε ενήλικες, φαντάσου τι μπορεί να κάνει στα παιδιά! Κι όμως… «Τα παιδιά είναι πιο ανθεκτικά από τους ενήλικες», όπως είπε ο Φαίδωνας Χατζής*, ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής που εργάζεται στην ΑΜΚΕ «Μέριμνα» βοηθώντας παιδιά να ξεπεράσουν την απώλεια. Φυσικά και τα παιδιά έχουν ευαίσθητο ψυχισμό, και τώρα πια μιλάμε πιο συχνά για παιδική κατάθλιψη, όχι από τα γεγονότα αυτά καθαυτά αλλά από το πώς τα διαχειρίζονται οι γονείς.

Το γεγονός ότι τα παιδιά είναι περισσότερο ανθεκτικά στον θρήνο από εμάς τους ενήλικες, δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζονται την στήριξή μας. Είναι απολύτως απαραίτητη για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την απώλεια χωρίς τραύματα που θα φέρουν στην μετέπειτα ενήλικη ζωή τους. Πρακτικά όμως, τι σημαίνει «στηρίζω το παιδί μου»; Το να το προφυλάξω για να μην βιώσει τον πόνο της απώλειας σε αυτή την τρυφερή ηλικία; Το να αποφεύγω να μιλήσω για τον θάνατο ή όταν το κάνω να προσπαθώ να τον εξωραΐσω μιλώντας με μεταφορές; Αποτελούν αυτές οι συνήθεις συμπεριφορές στήριξη; Η στήριξη προς τα παιδιά που βιώνουν την απώλεια πρέπει να έχει διπλό χαρακτήρα, καθώς απευθύνεται στο γνωστικό αλλά και στο συναισθηματικό κομμάτι τους.

Το παιδί, δηλαδή, χρειάζεται να καταλάβει αλλά και να του επιτραπεί να αισθανθεί. Επομένως, όταν έχει συμβεί ένας θάνατος στην οικογένεια, μιλάμε στο παιδί με ειλικρίνεια και σαφήνεια για το γεγονός. Χρειάζεται να γνωρίζουν ότι όλοι μας θα πεθάνουμε («την καθολικότητα του θανάτου»), πως είναι μία μόνιμη κατάσταση («το μη αναστρέψιμο του θανάτου») και ότι παύουν οι οργανικές και ψυχικές λειτουργίες του θανόντα. Τέλος, εξηγούμε με απλά λόγια από τι πέθανε το οικείο του πρόσωπο (“την αιτιότητα“). Είναι σημαντικό να αποφύγουμε τον συμβολικό λόγο λέγοντας «έφυγε», «ξεκουράστηκε», «κοιμήθηκε» γιατί μπερδεύει τα παιδιά. «Αν κοιμήθηκε, γιατί δεν ξυπνάει;»

Αρκετοί θα αναρωτηθούν «μα γιατί; Τι χρειάζεται τις λεπτομέρειες το παιδί; Δεν θα το τραυματίσουν για μια ζωή αν μάθει την αιτία θανάτου; Πώς βοηθάει το παιδί να γνωρίζει ότι, για παράδειγμα, ο πατέρας του πέθανε επειδή η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει;» Παρά την γενικευμένη πεποίθηση ότι το να κρατάμε τα παιδιά στο σκοτάδι τα προστατεύει, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η άγνοια είναι πολύ πιθανό να εντείνει τις ενοχές του παιδιού -μπορεί να ευχήθηκε κάποια στιγμή να μην υπήρχε αυτό το πρόσωπο, μπορεί να πιστεύει πως ο θάνατος ήρθε σαν συνέπεια μιας αταξίας του- και να νιώθει πως εκείνο έχει προκαλέσει τον θάνατο. Η διαβεβαίωση ότι δεν ευθύνεται το ίδιο για αυτό που έχει συμβεί δεν είναι αρκετή αν λείπει η επεξηγηματική συζήτηση. Όπως είναι προφανές, είναι το μυστήριο που δημιουργείται γύρω από τον θάνατο που θα τραυματίσει το παιδί, καθώς θα καταφύγει στις δικές του ερμηνείες του φαινομένου -που συχνά είναι λανθασμένες- και όχι η ενημέρωση.

Η ενημέρωση, ωστόσο, καλύπτει το ένα σκέλος της γονεικής στήριξης, το γνωστικό. Μία στήριξη χωρίς παρεμβάσεις στο συναισθηματικό επίπεδο θα ήταν ελλιπής. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα τραύματα δημιουργούνται στο παιδί όχι από τον θάνατο αλλά κυρίως από τους χειρισμούς των ενηλίκων μετά την απώλεια. Ας πάρουμε για παράδειγμα την πιο οδυνηρή απώλεια για ένα παιδί – τον θάνατο ενός γονιού.  Αν ο επιζήσας γονιός καταπιέσει την φυσική ανάγκη του παιδιού να παίξει λέγοντάς του “τρελάθηκες που θα παίξεις μπάλα; εδώ ο πατέρας σου πέθανε κι εσύ.…”, αν το αποθαρρύνει από την κοινωνική του ζωή “δεν μπορούμε να πάμε στα γενέθλια του Γιαννάκη γιατί είμαστε σε πένθος” ή “έλα, μην κλαις” το οποίο είναι το χειρότερο που μπορείς να πεις σε κάποιον που νιώθει θλίψη, τότε δεν επιτρέπει στο παιδί να διαχειριστεί το πένθος. Οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ πιθανό το παιδί να μην ξεπεράσει ποτέ το θάνατο του γονιού του. Και αντίθετα να νιώθει ενοχές, πολύ μεγάλο φορτίο για ένα παιδί!

Κι αν αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή, ποιες είναι οι εποικοδομητικές; Πώς μπορεί ο γονιός να βοηθήσει το παιδί του να αρχίσει να επουλώνει τo τραύμα από αυτή την οδυνηρή εμπειρία; Αρχικά, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του παιδιού στο οικογενειακό πένθος. Με αυτό τον τρόπο αποχαιρετά και τιμά αυτόν τον άνθρωπο που ήταν σημαντικός στη ζωή του. Προσοχή όμως! Δεν το εξαναγκάζουμε να παραβρεθεί στην τελετή της κηδείας (ή του μνημόσυνου) αν το ίδιο δεν θέλει και σίγουρα όχι χωρίς να έχουμε προετοιμάσει το παιδί για το τι πρόκειται να συμβεί. Η συμμετοχή όμως στο οικογενειακό πένθος δεν εξαντλείται στο τελετουργικό, παρόλο που βοηθάει. Αυτό που έχει σημασία είναι να συμπεριλάβουμε και όχι να αποκλείσουμε (“συναισθηματική εξορία“) το παιδί από την έκφραση του θρήνου. Για αυτό δεν αποθαρρύνουμε το παιδί να κλάψει, ούτε το πιέζουμε να ξεπεράσει τον χαμό γρήγορα -το κάθε παιδί έχει τους δικούς του χρόνους. Επίσης, καλό θα είναι να μην εξιδανικεύεται ο εκλιπών γονιός (αν πρόκειται για θάνατο γονιού), γιατί γενικά η εξιδανίκευση, η μυθοποίηση του θανόντα εμποδίζει τον θρήνο, καθώς το παιδί έχει και καλές και άσχημες αναμνήσεις μαζί του.

Για να ξεπεράσει ένα παιδί την απώλεια χωρίς τραύματα, είναι πολύ σημαντική η σταθερότητα στην καθημερινότητά του. Το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η ζωή του άλλαξε αμετάκλητα και εκφράζει ανησυχίες, όπως «ποιος θα με πηγαίνει τώρα σχολείο;» Ο γονιός επιβάλλεται να προωθεί την σταθερότητα, την συνέχιση της ζωής. Είναι απολύτως σημαντικό για το παιδί να μην αλλάξει η καθημερινότητά του, να μείνει στην ίδια γειτονιά, να πηγαίνει στο ίδιο σχολείο και φυσικά να συνεχίσει να ζει φυσιολογικά, όπως πριν, να πηγαίνει στα παιδικά πάρτυ, να παίζει στις παιδικές χαρές, χωρίς να νιώθει ότι προδίδει αυτόν που πέθανε. Υπάρχει ωστόσο και η πιθανότητα, λόγω της οικονομικής κρίσης στη χώρα, να μην είναι εφικτή η διατήρηση κάθε πτυχής της προηγούμενης κατάστασης (να πρέπει π.χ. να αλλάξει σχολείο). Και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να εξηγήσουμε στο παιδί τις νέες συνθήκες στην καθημερινή ζωή του, επισημαίνοντας ταυτόχρονα και ποιες έχουν μείνει ίδιες με πριν, προκειμένου να καθησυχαστεί η ανασφάλεια του παιδιού.

Όσο σημαντική είναι η ομαλή συνέχιση της καθημερινής ζωής του παιδιού, το ίδιο είναι και η διατήρηση της μνήμης. Το να αποθαρρύνεται το παιδί να αναφέρεται στον εκλιπόντα δεν το προστατεύει, αλλά το καταπιέζει με αρνητικές επιπτώσεις. Αντίθετα, μία καλή ιδέα θα ήταν το κουτί των αναμνήσεων. Ζητάμε από τα παιδιά να το γεμίσουν με ό,τι τους συνδέει και ό,τι τους θυμίζει τον αποθανόντα. Με αυτόν τον τρόπο εμπλουτίζουμε τα αποθέματα ψυχικής άμυνας.

Μιλώντας για ψυχική άμυνα, να υπενθυμίσουμε ότι τα παιδιά είναι λιγότερο επιρρεπή στην κατάθλιψη από τους ενήλικες. Ένας λόγος είναι επειδή καταφεύγουν στο παιχνίδι και στην ζωγραφική. Για αυτό ο γονιός θα πρέπει όχι μόνο να μην επικρίνει την φυσική τάση του παιδιού για παιχνίδι ως ανάρμοστη συμπεριφορά σε περίοδο πένθους, αλλά και να το προτρέπει να παίξει. Όπως καλό θα ήταν να ενθαρρύνεται το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του. Ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά δεν λεκτικοποιούν τον θρήνο. Ζωγραφίζουν όμως. Μία ιδέα θα ήταν να ζητήσουμε από το παιδί να ζωγραφίσει πού αισθάνεται στο σώμα το κάθε συναίσθημα που είναι πιθανό να είναι πολλά, έντονα και αμφιθυμικά.

mandalaΈνα άλλο παράδειγμα εικονοποίησης του συναισθήματος είναι εμπνευσμένο από τις ζωγραφιές Μαντάλα (βλ.εικόνα) και εφαρμόζεται στην ΑΜΚΕ Μέριμνα. Σε μια απλουστευμένη εκδοχή, ζωγραφίζουμε έναν κύκλο και ζητάμε από το παιδί να τον γεμίσει με χρώματα ανάλογα με τα συναισθήματα που νιώθει. Προτείνονται έξι χρώματα για έξι συναισθήματα (λύπη, χαρά, θυμός, φόβος, ενοχή, αγωνία). Το τελικό αποτέλεσμα θα μοιάζει με τα στατιστικά «γραφήματα πίτας» (pie charts). Επαναλαμβάνουμε την άσκηση έξι μήνες αργότερα και τότε εντοπίζουμε κάποιες διαφορές. Για παράδειγμα, η λύπη είναι πιθανό να κατέχει λιγότερο χώρο μέσα στον κύκλο.

O θάνατος, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου είναι συνυφασμένος με την ζωή. Ακριβώς επειδή πρόκειται για αναπόδραστη πραγματικότητα της ζωής, δεν αποτελεί προστασία το να εμποδίσουμε τα παιδιά (προσχολικής και σχολικής ηλικίας) από το να βιώσουν την εμπειρία. Σίγουρα αυτή η εμπειρία είναι οδυνηρή, τραυματική. Και ο τρόπος για να βοηθήσουμε τα παιδιά να επουλώσουν τα τραύματά τους περνάει μέσα από την στήριξη σε νοητικό και συναισθηματικό επίπεδο. Τα παιδιά χρειάζονται γονείς στους οποίους μπορούν να βασιστούν, ενήλικες παρόντες και αληθινούς, όχι «γενναίους». Χρησιμοποίησα τα εισαγωγικά γιατί δεν ωφελεί να κρύβουμε τα αισθήματά μας (λύπης και απελπισίας) από τα παιδιά. Όχι μόνο γιατί τα διαισθάνονται, αλλά και γιατί από αυτή την συμπεριφορά των γονιών μαθαίνουν να μην εκφράζονται και τα ίδια.

Γενικά οι αντιδράσεις των ενηλίκων καθορίζουν την αντίδραση των παιδιών. Κι ενώ ωφελεί τα παιδιά να εκφράζουν οι ενήλικες την θλίψη τους, δεν τα ωφελεί να βλέπουν ενήλικες έτοιμους να καταρρεύσουν. Αντίθετα, αυτό ενισχύει την ανασφάλειά τους καθώς βασίζονται στους ενήλικες για την επιβίωσή τους. Δυστυχώς, σε μερικές τέτοιες περιπτώσεις είναι τα παιδιά που αναλαμβάνουν τον ρόλο να προστατέψουν τον γονιό. Για να αποφευχθεί αυτό, καλό θα είναι οι γονείς να έχουν οι ίδιοι επεξεργαστεί τις σκέψεις και τα αισθήματά τους για την αρρώστια και τον θάνατο πριν μιλήσουν στο παιδί. Διαφορετικά, ο γονιός θα μεταδώσει τον δικό του φόβο στο παιδί αδυνατώντας να του παρέχει στήριξη.

Αν και κάθε παιδί είναι ξεχωριστό, μία ειλικρινής συζήτηση μαζί του εξηγώντας με απλά λόγια τα αίτια του θανάτου του αγαπημένου προσώπου και απαντώντας με σαφήνεια στις ερωτήσεις του, η ενθάρρυνση της έκφρασης του συναισθήματος, η ασφάλεια ότι η καθημερινότητα θα συνεχιστεί καθώς και η διατήρηση της ανάμνησης του εκλιπόντα, σίγουρα θα το βοηθήσουν να νοηματοδοτήσει την απώλεια και να την εντάξει στην ιστορία της ζωής του. Εξάλλου, όσο νωρίτερα μάθει το παιδί να αντιμετωπίζει αυτό το οδυνηρό συναίσθημα της απώλειας, τόσο πιο πιθανό γίνεται να αναπτύξει τακτικές για να ξεπερνά στο μέλλον -χωρίς μεγάλη συντριβή- τους αναπόφευκτους μικρούς ή μεγάλους αποχωρισμούς της ζωής.

*Η συγκεκριμένη ανάρτηση έχει ενσωματώσει σημειώσεις από την ομιλία του ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή Φαίδωνα Χατζή “Απώλειες Ζωής- Γέφυρες Στήριξης” στα πλαίσια της τριημερίδας “Ημέρες Ψυχολογίας” (27-29 Ιουνίου 2014) που διοργάνωσε το Kολλέγιο Ανθρωπιστικών Επιστημών ICPS.